Tuesday, December 23, 2014
Friday, December 19, 2014
Saturday, December 13, 2014
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ LITERATURE GR
ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ
Η Κατερίνα Καριζώνη γράφει για την ποίηση της Ελένης Γκίκα, «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», Εκδόσεις Καλέντη, 2014 By Literature | Dec 13, 2014 0 Comments
Με αρχιτεκτονική διάθεση και λόγο ποιητικό ανιχνεύει η Ελένη Γκίκα τον εσωτερικό χώρο της ύπαρξης στην καινούργια ποιητική της συλλογή, η οποία ήδη απ’ τον τίτλο προδιαθέτει τον αναγνώστη για την ιδιαίτερη αισθητική της.
Ποίηση, αρχιτεκτονική, μουσική, μαθηματικά, αλλά και παραμύθι είναι τα στοιχεία που εμπλέκονται στην πρωτότυπη αυτή τεχνική και της δίνουν μια ξεχωριστή ταυτότητα. Πρόκειται για ένα ποιητικό ιδίωμα «δομημένο» με κοφτές φράσεις-υλικά και εσωτερικό ρυθμό, μια αυστηρή αριθμητική των λέξεων που αναπτύσσεται πάνω σε κρυφούς μουσικούς και μαθηματικούς κανόνες. Αν και πεζογράφος η Ελένη Γκίκα και μάλιστα με πλούσια –ενίοτε χειμαρρώδη- αφηγηματική γραφή, διακρίνεται για την οικονομία του λόγου της, όταν γράφει ποίηση. Άλλωστε η ποίηση είναι ελλειπτικός λόγος και χάρη σ’ αυτή την ιδιότητά της, υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής γλώσσας και μετουσιώνεται σε τέχνη.
Από λέξη σε λέξη λοιπόν και από συμβολισμό σε συμβολισμό, μας ταξιδεύει η Ελένη Γκίκα στην ενδέκατη ποιητική της συλλογή μέσα στα αχανή δωμάτια της ύπαρξης και τα μυστικά τους: στο αυριοδωμάτιο, στο σώμα-δωμάτιο, στο άσπρο δωμάτιο, στο δωμάτιο-alef, στο δωμάτιο-τέλος, στο δωμάτιο-αρχή…. Μας ξεναγεί στην αρχιτεκτονική ενός δικού της ποιητικού κόσμου, σε μια προσωπική χωροταξία των λέξεων- για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της- όπου κυριαρχούν μυθικές μορφές : ιππότες -ναίτες, μωρά σε κούνιες, άνθρωποι-δέντρα, ο πατέρας-γερασμένη βελανιδιά, κούκλες που μιλούν, αλλά και ονειρικά σκηνικά και υλικά όπως το δάσος του πουθενά, οι εκατό χουρμαδιές όπου φτάνει η σιωπή, το σεντονάκι –καθρέφτης- γυαλί, το σπαθάκι –μολύβι- φτερό, οι-Κυριακές-του-μπαμπά, το αγριομυστήριο.
Ο χρόνος στα ποιήματα είναι ρευστός, αξεδιάλυτος , το τώρα είναι αιώνιο, το αύριο επτά αιώνες πριν,- «ξύπνησα και ήταν χθες» γράφει κάπου η ποιήτρια-, η αρχή αέναη, το τέλος διαρκές. Τα πρόσωπα υπάρχουν μέσα στην απουσία , συνεπώς στη μνήμη. Τα πράγματα χάνονται και επιστρέφουν μέσα από μια συνεχή περιδίνηση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, στο θάνατο και τη ζωή. Οι λέξεις μετατρέπονται σε κώδικες της προσωπικής μυθολογίας , η οποία συντίθεται από τραύματα και θραύσματα που η ποιήτρια αποκαλύπτει και αποκρύπτει συνεχώς, προκαλώντας έτσι τον αναγνώστη. Το ποιητικό σύμπαν που δημιουργεί η Ελένη Γκίκα είναι αινιγματικό, αλλά όχι σκοτεινό. Οι γρίφοι της φωτίζονται απ’ το συναίσθημα, που όμως χρησιμοποιείται με οικονομία και εκφράζεται μέσα απ’ την ελλειπτική γραφή. Καμιά λέξη δεν περισσεύει. Πίσω απ’ την ποιήτρια βέβαια κινείται πάντα η αφηγήτρια, κάτι που γίνεται αντιληπτό εξαρχής. Ίπταται και πεζοπορεί ταυτόχρονα. Με λόγο αφαιρετικό, όπως αυτός της ποίησης, επιχειρεί να ανασυνθέσει κομμάτια από κατακερματισμένες ιστορίες ή να επινοήσει καινούργιες. Έτσι κάθε λέξη είναι φορτωμένη και φορτισμένη από βιώματα. Ποίηση βιωματική, λοιπόν και ταυτόχρονα ερωτική, προσανατολισμένη στη μνήμη και στους μύθους της, ποίηση –ξόρκι απέναντι στην απώλεια και στην απουσία των αγαπημένων προσώπων, στο κενό και στον θάνατο. Ποίηση υπαρξιακή.
Ξεχωρίζω ένα απόσπασμα απ’ το ποίημα:
Δεμάτι για τη δική μου πυρά Έτσι κι αλλιώς, κουβαλά ο καθένας μας Το δεμάτι για τη δική του πυρά Όπως κι αν το βαφτίζει Πέπλα πρώτα, κουνουπιέρα, Η κούκλα μου Μάνια που μιλά, Χωράφι μου, αμάξι μου, γοβάκι Σταχτοπούτας, χρέος Και η μεγαλύτερη δυναστεία Δεν ζει όσο τρεις βελανιδιές Ακόμα κι ο χρόνος γερνά Στο ίδιο δωμάτιο…
Τα ποιήματα κλείνουν στο τέλος με ημερομηνίες, ώρες και τόπους, όπου γράφτηκαν που λειτουργούν ως υποσημειώσεις στο ποιητικό σώμα. Κάπου δεσπόζει η θρυλική Μάνη και οι ιστορίες της, αλλού η Ρόδος των Ιπποτών, η Βιέννη των κατόπτρων με το τυπογραφείο του Ρήγα και τα γκρίζα νερά του Δούναβη. Διηγήσεις σκόρπιες κρυμμένες μέσα στις ποιητικές εικόνες, που πάνε πίσω μπρος στο χρόνο, δημιουργώντας μια εξόχως μαγική ατμόσφαιρα. Εντύπωση μου έκανε η προσεγμένη γραφή των ποιημάτων με σιωπές, διαστήματα, ρυθμική παράθεση λέξεων, ερωτηματικά, κενά και σχήματα που ενισχύουν την εικαστική πλευρά της γραφής. Πάντα πίστευα ότι η ποίηση είναι χορός των λέξεων πάνω στο χαρτί . Μοιάζει με το χορό των περιστρεφόμενων δερβίσηδων, με το στροβίλισμα των ουράνιων σωμάτων στο σύμπαν. Κάπως έτσι το συλλαμβάνει και η ποιήτρια και το καταγράφει σ’ ένα ποίημά της με τον τίτλο «μουσικό κουτί», με το οποίο κλείνει την συλλογή της:
Δερβίσης και Χάθηκα
Στην τελευταία περιστροφή.
Μόνο που τίποτα δεν χάνεται στην ποίηση και ειδικά στην καλή ποίηση που αποτελεί κιβωτό μέσα στη γλώσσα, ύψιστη τέχνη και άνθος της γραφής. «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» λοιπόν, το νέο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Γκίκα, μας συγκινεί με τον καίριο ποιητικό λόγο του, την πρωτότυπη αισθητική του και το πηγαίο –αν και διακριτικό συναίσθημα που φέρουν οι στίχοι του. Μας υπενθυμίζει το αξεδιάλυτο της ζωής και του θανάτου, του χρόνου και του ονείρου, το μυστήριο της ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας.
Οι Κυριακές του μπαμπά
Οι-Κυριακές-του-μπαμπά Θα το πω Και θα’ ναι η ζωή μας Από κυριακάτικο σε Κυριακάτικο ξύπνημα Τώρα που το νήμα Κόπηκε σε μένα Κι εκείνος έγινε αστεράκι Αστρική σκόνη και φως Ασημένια κλωστή Κι εγώ μαριονέτα Που ν’ αρχίζω πάλι Και να χορεύω Που αγνοώ τον Καινούργιο ρυθμό Τώρα που δίχως Εκείνον είμαι ξανά Τίποτα. Από τις Κυριακές θα πιαστώ Να ξαναβρώ την αρχή Θα μου δώσεις το βήμα; Λοιπόν, μπαμπά, πάμε Ξανά Κυριακή… Τρίτη 9 Αυγούστου 2011
Read more at: http://www.literature.gr/ Η Κατερίνα Καριζώνη γράφει για την ποίηση της Ελένης Γκίκα, «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», Εκδόσεις Καλέντη, 2014 | Literature.gr
Η Κατερίνα Καριζώνη γράφει για την ποίηση της Ελένης Γκίκα, «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», Εκδόσεις Καλέντη, 2014 By Literature | Dec 13, 2014 0 Comments
Με αρχιτεκτονική διάθεση και λόγο ποιητικό ανιχνεύει η Ελένη Γκίκα τον εσωτερικό χώρο της ύπαρξης στην καινούργια ποιητική της συλλογή, η οποία ήδη απ’ τον τίτλο προδιαθέτει τον αναγνώστη για την ιδιαίτερη αισθητική της.
Ποίηση, αρχιτεκτονική, μουσική, μαθηματικά, αλλά και παραμύθι είναι τα στοιχεία που εμπλέκονται στην πρωτότυπη αυτή τεχνική και της δίνουν μια ξεχωριστή ταυτότητα. Πρόκειται για ένα ποιητικό ιδίωμα «δομημένο» με κοφτές φράσεις-υλικά και εσωτερικό ρυθμό, μια αυστηρή αριθμητική των λέξεων που αναπτύσσεται πάνω σε κρυφούς μουσικούς και μαθηματικούς κανόνες. Αν και πεζογράφος η Ελένη Γκίκα και μάλιστα με πλούσια –ενίοτε χειμαρρώδη- αφηγηματική γραφή, διακρίνεται για την οικονομία του λόγου της, όταν γράφει ποίηση. Άλλωστε η ποίηση είναι ελλειπτικός λόγος και χάρη σ’ αυτή την ιδιότητά της, υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής γλώσσας και μετουσιώνεται σε τέχνη.
Από λέξη σε λέξη λοιπόν και από συμβολισμό σε συμβολισμό, μας ταξιδεύει η Ελένη Γκίκα στην ενδέκατη ποιητική της συλλογή μέσα στα αχανή δωμάτια της ύπαρξης και τα μυστικά τους: στο αυριοδωμάτιο, στο σώμα-δωμάτιο, στο άσπρο δωμάτιο, στο δωμάτιο-alef, στο δωμάτιο-τέλος, στο δωμάτιο-αρχή…. Μας ξεναγεί στην αρχιτεκτονική ενός δικού της ποιητικού κόσμου, σε μια προσωπική χωροταξία των λέξεων- για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της- όπου κυριαρχούν μυθικές μορφές : ιππότες -ναίτες, μωρά σε κούνιες, άνθρωποι-δέντρα, ο πατέρας-γερασμένη βελανιδιά, κούκλες που μιλούν, αλλά και ονειρικά σκηνικά και υλικά όπως το δάσος του πουθενά, οι εκατό χουρμαδιές όπου φτάνει η σιωπή, το σεντονάκι –καθρέφτης- γυαλί, το σπαθάκι –μολύβι- φτερό, οι-Κυριακές-του-μπαμπά, το αγριομυστήριο.
Ο χρόνος στα ποιήματα είναι ρευστός, αξεδιάλυτος , το τώρα είναι αιώνιο, το αύριο επτά αιώνες πριν,- «ξύπνησα και ήταν χθες» γράφει κάπου η ποιήτρια-, η αρχή αέναη, το τέλος διαρκές. Τα πρόσωπα υπάρχουν μέσα στην απουσία , συνεπώς στη μνήμη. Τα πράγματα χάνονται και επιστρέφουν μέσα από μια συνεχή περιδίνηση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, στο θάνατο και τη ζωή. Οι λέξεις μετατρέπονται σε κώδικες της προσωπικής μυθολογίας , η οποία συντίθεται από τραύματα και θραύσματα που η ποιήτρια αποκαλύπτει και αποκρύπτει συνεχώς, προκαλώντας έτσι τον αναγνώστη. Το ποιητικό σύμπαν που δημιουργεί η Ελένη Γκίκα είναι αινιγματικό, αλλά όχι σκοτεινό. Οι γρίφοι της φωτίζονται απ’ το συναίσθημα, που όμως χρησιμοποιείται με οικονομία και εκφράζεται μέσα απ’ την ελλειπτική γραφή. Καμιά λέξη δεν περισσεύει. Πίσω απ’ την ποιήτρια βέβαια κινείται πάντα η αφηγήτρια, κάτι που γίνεται αντιληπτό εξαρχής. Ίπταται και πεζοπορεί ταυτόχρονα. Με λόγο αφαιρετικό, όπως αυτός της ποίησης, επιχειρεί να ανασυνθέσει κομμάτια από κατακερματισμένες ιστορίες ή να επινοήσει καινούργιες. Έτσι κάθε λέξη είναι φορτωμένη και φορτισμένη από βιώματα. Ποίηση βιωματική, λοιπόν και ταυτόχρονα ερωτική, προσανατολισμένη στη μνήμη και στους μύθους της, ποίηση –ξόρκι απέναντι στην απώλεια και στην απουσία των αγαπημένων προσώπων, στο κενό και στον θάνατο. Ποίηση υπαρξιακή.
Ξεχωρίζω ένα απόσπασμα απ’ το ποίημα:
Δεμάτι για τη δική μου πυρά Έτσι κι αλλιώς, κουβαλά ο καθένας μας Το δεμάτι για τη δική του πυρά Όπως κι αν το βαφτίζει Πέπλα πρώτα, κουνουπιέρα, Η κούκλα μου Μάνια που μιλά, Χωράφι μου, αμάξι μου, γοβάκι Σταχτοπούτας, χρέος Και η μεγαλύτερη δυναστεία Δεν ζει όσο τρεις βελανιδιές Ακόμα κι ο χρόνος γερνά Στο ίδιο δωμάτιο…
Τα ποιήματα κλείνουν στο τέλος με ημερομηνίες, ώρες και τόπους, όπου γράφτηκαν που λειτουργούν ως υποσημειώσεις στο ποιητικό σώμα. Κάπου δεσπόζει η θρυλική Μάνη και οι ιστορίες της, αλλού η Ρόδος των Ιπποτών, η Βιέννη των κατόπτρων με το τυπογραφείο του Ρήγα και τα γκρίζα νερά του Δούναβη. Διηγήσεις σκόρπιες κρυμμένες μέσα στις ποιητικές εικόνες, που πάνε πίσω μπρος στο χρόνο, δημιουργώντας μια εξόχως μαγική ατμόσφαιρα. Εντύπωση μου έκανε η προσεγμένη γραφή των ποιημάτων με σιωπές, διαστήματα, ρυθμική παράθεση λέξεων, ερωτηματικά, κενά και σχήματα που ενισχύουν την εικαστική πλευρά της γραφής. Πάντα πίστευα ότι η ποίηση είναι χορός των λέξεων πάνω στο χαρτί . Μοιάζει με το χορό των περιστρεφόμενων δερβίσηδων, με το στροβίλισμα των ουράνιων σωμάτων στο σύμπαν. Κάπως έτσι το συλλαμβάνει και η ποιήτρια και το καταγράφει σ’ ένα ποίημά της με τον τίτλο «μουσικό κουτί», με το οποίο κλείνει την συλλογή της:
Δερβίσης και Χάθηκα
Στην τελευταία περιστροφή.
Μόνο που τίποτα δεν χάνεται στην ποίηση και ειδικά στην καλή ποίηση που αποτελεί κιβωτό μέσα στη γλώσσα, ύψιστη τέχνη και άνθος της γραφής. «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» λοιπόν, το νέο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Γκίκα, μας συγκινεί με τον καίριο ποιητικό λόγο του, την πρωτότυπη αισθητική του και το πηγαίο –αν και διακριτικό συναίσθημα που φέρουν οι στίχοι του. Μας υπενθυμίζει το αξεδιάλυτο της ζωής και του θανάτου, του χρόνου και του ονείρου, το μυστήριο της ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας.
Οι Κυριακές του μπαμπά
Οι-Κυριακές-του-μπαμπά Θα το πω Και θα’ ναι η ζωή μας Από κυριακάτικο σε Κυριακάτικο ξύπνημα Τώρα που το νήμα Κόπηκε σε μένα Κι εκείνος έγινε αστεράκι Αστρική σκόνη και φως Ασημένια κλωστή Κι εγώ μαριονέτα Που ν’ αρχίζω πάλι Και να χορεύω Που αγνοώ τον Καινούργιο ρυθμό Τώρα που δίχως Εκείνον είμαι ξανά Τίποτα. Από τις Κυριακές θα πιαστώ Να ξαναβρώ την αρχή Θα μου δώσεις το βήμα; Λοιπόν, μπαμπά, πάμε Ξανά Κυριακή… Τρίτη 9 Αυγούστου 2011
Read more at: http://www.literature.gr/ Η Κατερίνα Καριζώνη γράφει για την ποίηση της Ελένης Γκίκα, «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», Εκδόσεις Καλέντη, 2014 | Literature.gr
Thursday, December 11, 2014
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΡΑΚΤΑΛ
Ο χορός της πλύστρας
της Κατερίνας Καριζώνη //
-Κωλοπετσωμένη γυναίκα η Θοδώρα και πολύ φιλότιμη, συνήθιζε να σχολιάζει η μητέρα μου. Έρχεται απ’ τα χαράματα και φεύγει αργά το βράδυ, όταν η δουλειά της τελειώνει.
Πράγματι, έτσι ήταν η Θοδώρα, εργατική και ακούραστη, παρά την μεγάλη ηλικία της και πολύ αδύνατη, σαν τσάκνο, με κάτι χέρια μακριά και κοκκαλιάρικα, γεμάτα φλέβες. Το πρόσωπό της θύμιζε φλούδα από δέντρο ελιάς, όμως το βλέμμα της είχε μια κρυφή κοριτσίστικη σπιρτάδα. Φαινόταν ταλαιπωρημένη και μάλλον ήταν, αφού είχε περάσει, όπως έλεγε, τα βάσανα της προσφυγιάς κι άλλες αμέτρητες δυστυχίες στη ζωή της. Φορούσε πάντα μαύρα, γιατί πενθούσε τον άντρα της, παρόλο που εκείνος δεν το άξιζε καθόλου. Απ’ ό,τι μας είχε αποκαλύψει η γιαγιά μου που την γνώριζε καλύτερα, ο άντρας της ήταν δυνάστης και ψυχοπαθής, την κακομεταχειριζόταν και συχνά την κακοποιούσε. Όταν θύμωνε μαζί της, την υποχρέωνε να κρατάει μια στάμνα στο κεφάλι με τα χέρια ψηλά, ώρες ολόκληρες, ώσπου να πέσει κάτω εξαντλημένη.
Η Θοδώρα ερχόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Πλυντήριο βέβαια δεν υπήρχε στο σπίτι. Τα ρούχα τα πλέναμε στο χέρι με βραστό νερό, άσπρο σαπούνι και λουλάκι. Κάθε φορά που είχαμε πλύση έβγαιναν στη φόρα σκάφες, λεκάνες, κατσαρόλες, μαστραπάδες. Οι ατμοί απ΄ το νερό που έβραζε έκαναν το σπίτι να μοιάζει με χαμάμ. Στο βάθος της ομίχλης άκουγες τις συνομιλίες των γυναικών. Τις έβλεπες να λικνίζονται σα φιγούρες κάποιου παράξενου ονείρου. Μιλούσαν ψιθυριστά ένα μείγμα από ελληνικές και τουρκικές λέξεις που ηχούσανε, θαρρείς από άλλον αιώνα.
Καθώς η μέρα προχωρούσε, οι ρυθμοί της δουλειάς αυξάνονταν. Τα σαπούνια έλιωναν, τα χέρια μούλιαζαν και άσπριζαν μέσα στο νερό, τα ρούχα άχνιζαν. Οι γυναίκες έπλεναν σκυμμένες σε μεγάλες μακρόστενες σκάφες επί ώρες με λίγα ενδιάμεσα διαλείμματα. Ωστόσο η Θοδώρα δεν άφηνε την μπουγάδα στη μέση ούτε στιγμή, παρά μονάχα για το μεσημεριανό, που η γιαγιά μου φρόντιζε να είναι πάντα πλουσιοπάροχο: ιμάμ- μπαιλντί , λαχανοντολμάδες, παπουτσάκια, ατζέμ πιλάφι, χαλβάδες, πελτέδες , ασουρέδες …… Κατά το σούρουπο, όταν ακούγονταν οι βραχνές φωνές των παγωνιών απ΄ την αυλή της Μονής Βλατάδων, η ιεροτελεστία της πλύσης τέλειωνε και η αχλύ που την περιέβαλε, διαλυόταν. Τα πράγματα αποκαλύπτονταν αστραφτερά, βαλμένα στην παλιά γνώριμη τάξη τους. Τα ασπρόρουχα ανέμιζαν απλωμένα στα τέλια του μπαλκονιού κι έπαιρναν μια γαλάζια απόχρωση απ΄ το λουλάκι .Η Θοδώρα εισέπραττε την μικρή της αμοιβή κι έφευγε με ανάλαφρο περπάτημα.΄Ετσι έμεινε στη μνήμη μου, ανάλαφρη, σχεδόν άϋλη σαν αερικό που ζούσε ανάμεσα από λαμαρινένιες σκάφες κι απέραντα σεντόνια που άχνιζαν ζεματιστό νερό , με μια στάμνα στο κεφάλι της γεμάτη δάκρυα και μια χαρακτηριστική φράση να πλανιέται νοσταλγικά στα χείλη της όταν τη ρωτούσες:
-Από πού είσαι Θοδώρα;
-Πε τις Σαράντα, κορτσόπλο μ’. Πε τις Σαράντα …
Εννοούσε τις Σαράντα Εκκλησίες της Ανατολικής Θράκης, την πατρίδα της γιαγιάς μου. Στη Θεσσαλονίκη έμενε σ΄ ένα προσφυγικό σπίτι στο συνοικισμό των Σαράντα Εκκλησιών κοντά στο Σέιχ- Σου.Τότε μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός, ότι ζούσε σ΄ ένα μέρος που είχε το ίδιο όνομα με τον τόπο καταγωγής της. Μια μέρα, εκεί που έπλενε, πέταξε τα ρούχα στο νερό κι άρχισε να στριφογυρίζει σαν δαιμονισμένη. Περιστρεφόταν γύρω απ΄ τον εαυτό της σα να ήταν σβούρα που την είχαν αφήσει στο πάτωμα της κουζίνας, είχε πάρει πάρει φόρα και γύριζε χωρίς σταματημό. Μέσα στην περιδίνηση αυτή το πρόσωπό της αποκτούσε μια απόκοσμη έκφραση, το ίδιο και το βλέμμα της, τα άκρα της θαρρείς και μάκραιναν σιγά-σιγά
τα ρούχα της ανέμιζαν σα να τα φυσούσε μυστικός αέρας. Νόμιζες ότι θα αποχωριζόταν το έδαφος κάποια στιγμή και θα πετούσε. Στάθηκα σε μια γωνιά τρομαγμένη και παρατηρούσα τη σκηνή. Η μητέρα μου με την γιαγιά μου έτρεξαν, την έπιασαν και την κάθισαν σε μια καρέκλα . Δεν ξέρω τι συνέβαινε πραγματικά με τη γριά, αν έπασχε από κάποια άγνωστη αρρώστια. Το πιο περίεργο όμως ήταν πως οι δικοί μου δεν έδειξαν να ανησυχούν, ούτε παραξενεύτηκαν καθόλου .Η μητέρα μου μάλιστα μας δήλωσε με ύφος σοβαρό:
-Κάτι καλό θα συμβεί στο σπίτι. Θα το δείτε.
Αλλά κι η Θοδώρα, όταν σταμάτησε το παράξενο στροβίλισμά της, ψιθύρισε λαχανιασμένη:
-Τύχη, θα έχετε μεγάλη τύχη.
Αυτό γινόταν κάθε φορά που ερχόταν για πλύση η γριά. Εκεί που έπλενε ήσυχα και καλά, παρατούσε τα ρούχα, άνοιγε διάπλατα τα χέρια της και στροβιλιζόταν, σα να ήταν κανένας δερβίσης. Η γιαγιά μου μάλιστα την κοίταζε με σεβασμό και έλεγε :
-Είναι αγία γυναίκα, γι΄ αυτό γυρίζει.
Πάνε χρόνια που πέθανε η Θοδώρα. Πάνε χρόνια που διάβασα για τους κρυπτοχριστιανούς της Ανατολής κι έδωσα μια πρώτη εξήγηση στην μυστηριώδη εκείνη περιδίνηση της γυναίκας.
Subscribe to:
Comments (Atom)

