Sunday, September 27, 2020

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ AΠΟ TO LIBERAL.GR

 

Κατερίνα Καριζώνη: «Υπάρχει μια μαγεία στη δημιουργία, δεν γράφουμε μόνοι μας»

Κατερίνα Καριζώνη: «Υπάρχει μια μαγεία στη δημιουργία, δεν γράφουμε μόνοι μας»

«Από εμμονές τίποτα άλλο. Δέκα χρόνια με κυνηγούσαν οι εμμονές με τους πειρατές. Πιο μπροστά η Μάνη. Τώρα με κυνηγάνε τα ναυάγια. Πιθανόν να αρχίσω και τις καταδύσεις. Γράφω χάρη στις εμμονές και τις τιμώ, γιατί αυτές με έκαναν συγγραφέα και η ακόρεστη δίψα μου για να μάθω καινούργια πράγματα.»

Λέει στη συνέντευξή της στο Liberal.gr η συγγραφέας και ποιήτρια Κατερίνα Καριζώνη. Στο τραπέζι της κουζίνας της το ολοκαίνουργιο ποιητικό βιβλίο της «Αρχαία Δίψα» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, άλλωστε και το συγγραφικό στρατηγείο της Κατερίνας βρίσκεται στη Κουζίνα:

«Μόνο στην κουζίνα συγκεντρώνομαι. Ίσως να είναι κατάλοιπο των παιδικών μου χρόνων», παραδέχεται γελώντας: «Γράφω στην κουζίνα του σπιτιού μου με το γραφείο γυρισμένο στον τοίχο, ώστε να μη βλέπω τίποτα, παρά μονάχα τα πλακάκια και κάποια ράφια με τσαγιέρες. Όσες φορές προσπάθησα να γράψω αλλού, απέτυχα.»

Κι απ’ την κουζίνα της, λοιπόν, η Κατερίνα με το «πειρατικό» της θα μας πάει παντού, αποκαλύπτοντας όλα τα μυστικά της γραφής της. Μαγικός χώρος, τελικά, η κουζίνα. Τι να λέμε, ωκεανός, θάλασσα.

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

- Κυρία Καριζώνη, υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Γράφω στην κουζίνα του σπιτιού μου με το γραφείο γυρισμένο στον τοίχο, ώστε να μη βλέπω τίποτα, παρά μονάχα τα πλακάκια και κάποια ράφια με τσαγιέρες. Όσες φορές προσπάθησα να γράψω αλλού, απέτυχα. Μόνο στην κουζίνα συγκεντρώνομαι. Ίσως να είναι κατάλοιπο των παιδικών μου χρόνων. Αν και είχα δωμάτιο μικρή, έγραφα τα μαθήματα στην κουζίνα δίπλα στη σόμπα, όπου έβραζε νερό σ’ ένα τσαγιερό, περιτριγυρισμένη από τις μυρωδιές των φαγητών και τις φωνές της μητέρας και της γιαγιάς μου. Όσο για τον χρόνο, δεν υπάρχει ωράριο, όταν γράφω. Χάνομαι μέσα στις ιστορίες μου και ξεχνάω αν είναι πρωί ή βράδυ. Βγαίνω ελάχιστα έξω, δεν σηκώνω τηλέφωνο και ζω σαν καλόγρια.

- Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Μου αρκεί μια κεντρική ιδέα, την οποία όμως επεξεργάζομαι μέσα μου. Επειδή γράφω ιστορικό μυθιστόρημα, μελετώ καλά την εποχή που πραγματεύομαι για να μην πέσω σε ανακρίβειες. Πολλές φορές οι ήρωες αλλάζουν τις αρχικές προθέσεις μου και οδηγούν την ιστορία αλλού, σε δικά τους μονοπάτια. Αυτό γίνεται με ένα μαγικό και αυτόματο τρόπο. Εγώ, από ένα σημείο και πέρα, παρακολουθώ την πλοκή, συχνά εκπλήσσομαι με την ευρηματικότητα των ηρώων, αλλά και με την τροπή που παίρνουν τα πράγματα στο χαρτί. Υπάρχει μια μαγεία στη δημιουργία, δεν γράφουμε μόνοι μας.

- Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Το πρώτο βιβλίο παραμυθιών που έγραψα με τον τίτλο «Χίλιες και μια νύχτες των Βαλκανίων». Είχα πάθει κατάθλιψη, στο μυαλό μου γύριζαν συνεχώς αυτοκτονικές ιδέες. Άρχισα λοιπόν, να γράφω παραμύθια για να παρηγορηθώ, όπως διηγείσαι παραμύθια στα παιδιά για να κοιμηθούν. Κάθε βράδυ έγραφα ένα παραμύθι, θαρρείς και προσπαθούσα να κρατηθώ απ’ τις ιστορίες  μου και πραγματικά κρατήθηκα. Ήταν πολύ πονεμένες ιστορίες, αλλά μου χάρισαν το πρώτο βραβείο του κύκλου παιδικού βιβλίου. Τα παραμύθια με πήραν κυριολεκτικά απ’ το χέρι και με έβγαλαν στο φως. Έτσι έκανα και τα πρώτα βήματά μου στην πεζογραφία. Ως τότε έγραφα μόνο ποίηση. Το πέρασμα απ’ την ποίηση στην πεζογραφία έγινε μέσα από μια μεγάλη ψυχική θύελλα.

- Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Από εμμονές τίποτα άλλο. Δέκα χρόνια με κυνηγούσαν οι εμμονές με τους πειρατές. Πιο μπροστά η Μάνη. Τώρα με κυνηγάνε τα ναυάγια. Πιθανόν να αρχίσω και τις καταδύσεις. Γράφω χάρη στις εμμονές και τις τιμώ, γιατί αυτές με έκαναν συγγραφέα και η ακόρεστη δίψα μου για να μάθω καινούργια πράγματα. Ωστόσο προσπαθώ να μην επαναλαμβάνομαι, έτσι ώστε κάθε φορά να αναδεικνύω ένα διαφορετικό θέμα. Αλλάζω εποχές, πειραματίζομαι, χρησιμοποιώ όλες τις δυνατές τεχνικές: την ποίηση, το παραμύθι, τον θεατρικό λόγο, το δοκίμιο, την ιστορία, αλλά κυρίως το όνειρο. Νομίζω πως σ’ αυτό με βοήθησε η θητεία μου στην ποίηση που δεν την εγκατέλειψα ποτέ.

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Η ιστορία πρέπει να έχει κάποια δυνατά σημεία. Για μένα δυνατά σημεία είναι οι αδυναμίες των ανθρώπων, προτιμώ αυτούς που χάνουν και χάνονται μέσα στα πάθη τους, παρά τους ισορροπημένους και πετυχημένους ανθρώπους, τους οποίους  βαριέμαι αφόρητα. Το δίδυμο έρωτας-θάνατος υπάρχει σ’ όλα τα βιβλία μου. Επίσης μου αρέσει το θρίλερ, θέλω η ιστορία μου λίγο να τρομάζει και κυρίως να λυτρώνει. Έχω τρομάξει κι εγώ πολλές φορές στη ζωή μου. Ίσως γι’ αυτό. Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτω επιδιώκω να μην είναι πολύ γνωστά, όπως συνέβη με τις ζωές των πειρατών που δεν τις γνώριζαν οι περισσότεροι αναγνώστες. Διαλέγω περιστατικά που αναφέρονται με μικρά γράμματα στις παραπομπές των βιβλίων. Αυτά έχουν καμιά φορά περισσότερο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, απ’ ό,τι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.

- Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Πρέπει να έχει αδυναμίες, όπως είπα προηγουμένως, να είναι ακραίος, να θυσιάζεται για τους άλλους, για τις ιδέες του, να κουβαλάει τραύματα. Ο πόνος διευρύνει την διάνοια, σου ανοίγει παράθυρα στον κόσμο, μαλακώνει τις αιχμές σου, σε συμφιλιώνει με τους άλλους. Μόνο οι άνθρωποι που έχουν πονέσει μπορούν ανοίξουν καινούργιες διαδρομές, να επινοήσουν λύσεις πέρα απ’ τη συμβατική λογική και πραγματικότητα. Τελευταία μάλιστα έμαθα και μια κινέζικη παροιμία που λέει το εξής: αν θέλεις να ευχηθείς κάτι καλό σε κάποιον που αγαπάς, να του ευχηθείς να έχει δυσκολίες.

- Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;

Κάποτε θέλησα να μιλήσω σε ένα πρόσωπο που δεν μπορούσα να προσεγγίσω, ούτε τολμούσα, ούτε ήθελα, και τότε κάθισα κι έγραψα ένα μυθιστόρημα για να του πω όσα είχα μέσα μου. Τον έκανα κομμάτι του μυθιστορήματος και αφηγήθηκα αυτά που ήθελα να μάθει. Τότε συνειδητοποίησα ότι τα βιβλία είναι μεγάλα γράμματα που τα στέλνουμε στους άλλους για να τους αποκαλύψουμε όσα δεν λέγονται αλλιώς. Απ’ ό,τι βλέπετε είναι παρακινδυνευμένο να κάνεις παρέα με συγγραφείς. Ίσως βρεθείς μέσα σε βιβλίο.

- Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;

«Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Διάβαζα πολύ ως παιδί. Έχω διαβάσει όλα τα παραμύθια που κυκλοφορούσαν στον καιρό μου. Πολλές φορές όταν στερεύω από έμπνευση διαβάζω παραμύθια.

- Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;

Όλα τα βιβλία μου άλλαξαν τη ζωή με τον τρόπο τους. Είμαι περισσότερο αυτά που διάβασα, παρά αυτά που έζησα. Ξόδεψα πολύ χρόνο στο διάβασμα και δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτό. Είναι η καλύτερη επένδυση που μπορείς να κάνεις στο σύντομο βίο σου. Νιώθω ότι πλούτισα πολύ και έτσι έγινα συγγραφέας και ποιήτρια. Ναι, υπάρχουν βιβλία στα οποία επιστρέφω συχνά. Είναι συνήθως βιβλία που δεν φιγουράρουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αλλά κρύβονται στα ράφια και καμιά φορά δεν τα φτάνεις εύκολα. Αυτά τα δυσεύρετα βιβλία διαβάζω ακόμα και σήμερα.

- Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;

Ρόμπερτ βαν Γκούλικ, Ρώσοι κλασσικοί, Ιούλιος Βερν, ΄Εντγκαρ ΄Αλαν Πόε, Όλγκα Τοκάρτσουκ, Χριστομάνος, Ροίδης, Παπαδιαμάντης, Κοσμάς Πολίτης, Καρκαβίτσας και πολλοί άλλοι αμέτρητοι. Από τους ποιητές ξεχωρίζω τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Σαχτούρη και τον Ασλάνογλου.

- Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;

Έχω ανάγκη από απόλυτη σιωπή, αλλά διαβάζω πολύ παράλληλα με το γράψιμο. Η μουσική μάλλον με ενοχλεί, με αποδιοργανώνει και τα εικαστικά έργα μου αποσπούν την προσοχή.

- Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;

Γράφω για ένα άγνωστο ναυάγιο χρησιμοποιώντας δυο χρόνους, το παρελθόν, όπου αφηγούμαι όσα συνέβησαν στο ναυάγιο και το παρόν, όπου εξιστορώ τη ζωή των ηρώων που εξιχνιάζουν το ναυάγιο. Μέσα απ’ το ναυάγιο όμως εξιχνιάζουν στην πραγματικότητα τον εαυτό τους

Friday, September 11, 2020

 

Αρχαία δίψα

Αρχαία δίψα
  • ISBN: 978-960-03-6677-8
  • σελ. 66
  • 28 Σεπτεμβρίου 2020
  • Υπό έκδοση
  •  

Sorry mate, won't work any more.

Περίληψη

Η αρχαία δίψα για τη ζωή, για τον έρωτα, για το μύθο που διασώζει την ύπαρξη. Ποιήματα-στρόβιλοι γύρω απ’ το ανθρώπινο πρόσωπο και τα τραύματά του. Ο χρόνος, η πόλη, η φύση, η Ιστορία και κυρίως η ποίηση, που θωπεύει και ενίοτε σκάβει τις πληγές, αποτελούν το υλικό των ποιημάτων. Εικόνες, ιστορίες και σπαράγματα μύθων αποκαλύπτουν μια άλλη, θαυμαστή όψη των πραγμάτων και μετουσιώνουν την καθημερινότητα σε έκπληξη. Ο θάνατος υφέρπει, ωστόσο το θαύμα της ύπαρξης υπερτερεί. Οι σημασίες αντιστρέφονται για να φωτίσουν τον εσωτερικό τους γρίφο. Οι λέξεις μετατρέπονται σε σύμβολα και μαθηματικά. Η ποίηση, η βαθύτερη δίψα εν προκειμένω, προτάσσει τις δικές της ερμηνείες στο πανάρχαιο αίνιγμα του κόσμου.

Βιογραφικά στοιχεία

Κατερίνα Καριζώνη

Η Κατερίνα Καριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Οικονομικά στο ΑΠΘ και πήρε διδακτορικό στην Οικονομική Ιστορία. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθια και ιστορικές μελέτες, συνολικά τριάντα βιβλία. Έχει τιμηθεί με το βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων και με το βραβείο του περιοδικού Αυλαία για το συνολικό της έργο. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά με κριτικά σημειώματα, μελέτες και λογοτεχνικά κείμενα. Πεζά και ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε βαλκανικές γλώσσες, στα ισπανικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά, τα πολωνικά και τα τουρκικά. Επίσης ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί από τον Μιχάλη Γρηγορίου και ερμηνεύτηκαν από τους Σαββίνα Γιαννάτου, Δώρο Δημοσθένους, Καλλιόπη Βέτα και Τάση Χριστογιαννόπουλο. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Κύκλου Ποιητών. Ζει στη Θεσσαλονίκη.


emailfacebookwebsite

Βιβλιογραφία

Sunday, August 30, 2020

Wednesday, August 26, 2020

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

vivlio_main

Με φόντο το άγριο, πέτρινο τοπίο της Μάνης, ο μύθος για έναν φλογερό έρωτα που έπρεπε να πληρωθεί με αίμα, συναντά την ιστορία. Η τιμή και η εκδίκηση κατατρέχουν και φυλακίζουν τους πρωταγωνιστές -και όχι μόνο μέσα στα θρυλικά πυργόσπιτα.

Το «Μεγάλο Αλγέρι», ένα από τα καλύτερα βιβλία της σπουδαίας Κατερίνας Καριζώνη, εξιστορεί τον πόλεμο μεταξύ δύο οικογενειών της Μάνης. Μέσα σε αυτό το δηλητηριώδες κλίμα του μίσους και του αιματηρού «γδικιωμού», μια νεαρή γυναίκα ορκίζεται κι αυτή να πάρει τη δική της εκδίκηση, αλλά ερωτεύεται τον άντρα τον οποίον πρέπει να σκοτώσει. Κι έτσι αρχίζει να αμφιταλαντεύεται, να βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα στο ερωτικό της πάθος που τη σπρώχνει στην αγκαλιά του αγαπημένου της και το θανάσιμο μίσος γι' αυτόν. Η μανιάτικη κοινωνία ασκεί ασφυκτικό έλεγχο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιείκειας. Το άγραφο εθιμικό δίκαιο είναι άτεγκτο και απαιτεί τη λύση των διαφορών με αίμα. Εξάλλου, στο «Μεγάλο Αλγέρι» υπάρχει το συμβόλαιο για ένα χρέος, με ρήτρα τη ζωή αθώων σε περίπτωση που η εξόφλησή του καθυστερήσει ή ματαιωθεί.

Η Κατερίνα Καριζώνη, με τη μεγάλη της τέχνη στο χειρισμό ιστορικών μοτίβων σε συνδυασμό με την καθηλωτική μυθοπλαστική της ικανότητα, παρασύρει τον αναγνώστη στο λυκόφως του 19ου αιώνα και την αυγή του 20ου, στη Μάνη των αγέλαστων ανθρώπων και τον επικίνδυνο κόσμο των πειρατών. Και ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη για τον αναγνώστη μπορεί να αποκαλυφθεί από τώρα: Το «Μεγάλο Αλγέρι» βασίζεται σε ορισμένα πραγματικά, αλλά απίστευτα περιστατικά.

Μη χάσετε αυτή την Κυριακή μαζί με το Πρώτο ΘΕΜΑ το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη «Μεγάλο Αλγέρι».

Saturday, August 22, 2020

Αναδημοσίευση από τον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ Μια αστυνομική ιστορία μου

 

O γρίφος

Εριχνε μια λεπτή βροχή που κεντούσε τα τοπία. Η Μαίρη κοντοστάθηκε, προσπάθησε να ανοίξει την ομπρέλα της, αλλά ο μηχανισμός δεν δούλεψε. Σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό. H βροχή δυνάμωνε. Ετρεξε κάτω από ένα μπαλκόνι, αλλά ένιωσε την υγρασία να απλώνεται στο σώμα της. Τα ρούχα της είχαν ποτίσει. Απ’ το πρωί βρισκόταν στο ατελιέ της μοδίστρας για την τελευταία πρόβα. Ωραίο το φόρεμα που της είχε ράψει, πράσινο με ζώνη που έδενε σε φιόγκο και βαθιές πιέτες. Ενας άσπρος γιακάς στόλιζε το ντεκολτέ μαζί με μια σειρά κουμπιά που κατέβαιναν ως τον ποδόγυρο.

-Μην το βγάλεις, της είπε η μοδίστρα μπροστά στον καθρέφτη. Σου πάει πολύ. Ταιριάζει με τα μαλλιά σου.

– Δεν πιστεύω να βρέξει, έκανε η Μαίρη κι έριξε μια ματιά απ’ το παράθυρο.

– Θα σου δώσω την ομπρέλα μου.

Μόνο που η ομπρέλα της δεν άνοιξε την κρίσιμη στιγμή και η βροχή είχε στο μεταξύ δυναμώσει. Χτυπούσε τώρα λοξά. Θα προσπαθούσε να τρέξει ως το σπίτι της. Αλλωστε δεν ήταν μακριά. Το σπίτι της Μαίρης ήταν μια έπαυλη μπροστά στη θάλασσα. Ο άντρας της, ο Πέτρος Σωφρονίου, ήταν ο μεγαλύτερος κτηνοτρόφος του νησιού. Πεθαίνοντας από εκφυλιστικό νόσημα, της άφησε μια σημαντική περιουσία, που η ίδια σπαταλούσε ασύστολα. Ομορφη γυναίκα, λεπτή με γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά, κοντά στα σαράντα, γινόταν συχνά η πέτρα του σκανδάλου στη μικρή κοινωνία του νησιού. Διατηρούσε σχέσεις με παντρεμένους, έμπλεκε με μικρότερους και είχε καταντήσει μόνιμη απειλή για τον γυναικείο πληθυσμό. Αντροχωρίστρα, την αποκαλούσαν στο νησί. Κοίταξε πάλι τον μπουκωμένο ουρανό. Ενιωθε άσχημα, το κεφάλι της είχε αρχίσει να πονάει, το στομάχι της γύριζε, της ερχόταν να κάνει εμετό. Περίεργο, σκέφτηκε. Δεν έφαγα τίποτα απ’ το πρωί, ήπια έναν καφέ στο σπίτι κι ούτε άγγιξα το γλυκό που μου κέρασε η μοδίστρα. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο τρέμοντας. Αισθάνθηκε πως έχανε τις δυνάμεις της. Ταλαντεύτηκε για λίγα λεπτά και σωριάστηκε κάτω. Το ασθενοφόρο που ήρθε με καθυστέρηση τη μετέφερε στο ιατρικό κέντρο του νησιού που διέθετε έναν γιατρό και μια νοσοκόμα. Ο γιατρός την εξέτασε και διέγνωσε τροφική δηλητηρίαση.

-Θα σας κάνουμε πλύση στομάχου και θα γυρίσετε σπίτι σας. Δεν είναι τίποτα, την καθησύχασε.

Ομως η ωραία Μαίρη τον κοίταξε με σβησμένο βλέμμα και βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό, παρέδωσε το πνεύμα της.

Ο αστυνόμος Μαυρογόνατος διάβαζε ένα βίπερ στο κρεβάτι, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και του είπαν απ’ το Τμήμα ότι είχαν ένα περίεργο περιστατικό θανάτου. Απάντησε με τη χαρακτηριστική φράση «ες αύριον τα σπουδαία», έκλεισε το τηλέφωνο μαζί με το βιβλίο κι έπεσε να κοιμηθεί. Το άλλο πρωί ξεκίνησε για το σπίτι της Σωφρονίου. Βρήκε την υπηρέτρια κι ένα κηπουρό να σκαλίζει στον κήπο. Η κοπέλα ήταν σοκαρισμένη. Η Σωφρονίου είχε φύγει την προηγουμένη το πρωί για τη μοδίστρα, όπως του είπε και δεν ξαναγύρισε. Και μάλιστα έλειπε κι η ίδια εκείνο το πρωί, είχε πάει για ψώνια. Τώρα ετοίμαζε την κηδεία της κυρίας της.

-Η Σωφρονίου είχε καμιά σχέση τελευταία; τη ρώτησε ο Μαυρογόνατος.

-Ερχόταν πότε- πότε κάποιος και την «έβλεπε».

-Πώς τον έλεγαν, ξέρεις;

Η υπηρέτρια χαμήλωσε το βλέμμα της.

-Αλέξανδρο.

Ο αστυνομικός κούνησε το κεφάλι του. Κάτι είχε ακούσει για τον δεσμό της Σωφρονίου με τον Αλέξανδρο Αϊβάζη, παντρεμένο επιχειρηματία με δύο παιδιά. Ηθελε όμως να το επιβεβαιώσει. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά, σκέφτηκε. Χαιρέτησε βιαστικά την υπηρέτρια και πήρε τον δρόμο για το ατελιέ της μοδίστρας. Χτύπησε επίμονα το κουδούνι της, καθώς εκείνη αργούσε να ανοίξει. Και μπήκε αμέσως στο θέμα.

-Εμαθα ότι η Σωφρονίου πέρασε χθες από σας.

-Ναι, ήρθε να παραλάβει το φόρεμα που της έραψα, τον κοίταξε με ψύχραιμο βλέμμα εκείνη.

-Της κεράσατε τίποτα;

-Ενα γλυκό, αλλά δεν το έφαγε.

-Ξέρετε ότι πέθανε από τροφική δηλητηρίαση, ξαναρώτησε ο Μαυρογόνατος.

-Οχι, έκανε έκπληκτη εκείνη.

Σχετικά άρθρα

-Ο Αλέξανδρος Αϊβάζης είναι αδελφός σας. Σωστά;

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

-Τελευταία έκλεισε την επιχείρησή του. Πτώχευσε. Το ξέρετε;

-Το ξέρω, αλλά γιατί μου τα ρωτάτε αυτά;

-Γιατί ψάχνω τον δολοφόνο, έκανε κοφτά εκείνος. Αυτή είναι η δουλειά μου, να ρωτάω.

-Κι εγώ τι σχέση έχω με την υπόθεση;

Ο Μαυρογόνατος δεν απάντησε. Το βλέμμα του έπεσε σ’ ένα φιγουρίνι πάνω στον πάγκο ανάμεσα σε σύνεργα ραπτικής: κλωστές, καρφίτσες, ψαλίδια, μεζούρες, πατρόν. Μια ραπτομηχανή φαινόταν στο βάθος κι ένας τεράστιος καθρέφτης μεγάλωνε εντυπωσιακά το χώρο.

-Ποιο φόρεμα διάλεξε η Σωφρονίου; Ρώτησε.

Εκείνη πήρε το φιγουρίνι και το ξεφύλλισε νευρικά. Σταμάτησε σε μια διπλωμένη σελίδα και του έδειξε ένα πράσινο φόρεμα. Ο Μαυρογόνατος στάθηκε σε μια σημείωση κάτω απ’ την εικόνα και διάβασε «το πράσινο του Scheele».

-Tι σημαίνει αυτό; Ρώτησε τη μοδίστρα.

-Μια απόχρωση, υποθέτω.

-Αλήθεια, η γυναίκα του αδελφού σας γνώριζε τη σχέση του άντρα της με τη Σωφρονίου;

-Μην πιάνετε στο στόμα σας την οικογένειά μου, φώναξε ενοχλημένη εκείνη. Τι κάνετε; Προσπαθείτε να μας ενοχοποιήσετε;

-Ισως, απάντησε ειρωνικά ο Μαυρογόνατος και γυρίζοντας την πλάτη κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Θα ξανάρθω, της πέταξε.

Πήρε τον δρόμο για το σπίτι του Αϊβάζη, αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Ενα φως άναψε στο βάθος του μυαλού του. Αυτό το πράσινο του Scheele… κάπου το είχε ξαναδιαβάσει. Τάχυνε το βήμα του, έφτασε στο κτίριο της Αστυνομίας κι ανέβηκε τρέχοντας στο γραφείο του. Ανοιξε το λάπτοτ και γκουγκλάρισε τη φράση. Ενα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του. Γύρισε στον βοηθό του και είπε.

-Δεν θα γίνει σήμερα η κηδεία της Σωφρονίου. Το φόρεμά της πρέπει να σταλεί στο Χημείο. Η μοδίστρα μάλλον πότισε τις κλωστές του με αρσενικό. Επεισε και τη Σωφρονίου να το φορέσει τη μέρα που έβρεχε. Το πράσινο του Scheele, επανέλαβε. Μια απόχρωση που σκότωνε στο παρελθόν. Συμβολική η ονομασία της, αλλά πραγματική η εφαρμογή της. Δοκιμασμένη μέθοδος που προκαλούσε συμπτώματα τροφικής δηλητηρίασης απ’ το πότισμα του υφάσματος με αρσενικό που όμως του έδινε ένα φωτεινό πράσινο. Ο γρίφος λύθηκε. Οσο για τους ενόχους στην περίπτωσή μας είναι πάνω από δύο, μουρμούρισε και άναψε τσιγάρο. Εχουμε όμως ακόμα πολλή δουλειά μπροστά μας.

WHO IS WHO  Κατερίνα Καριζώνη

Η Κατερίνα Καριζώνη σπούδασε Οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Εγραψε ποίηση, παραμύθια, μυθιστορήματα. Μερικά από αυτά είναι «Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος», «Βαλς στην Ομίχλη», «Η πόλη των αθώων», «Το Λυκόφως του Αιγαίου».

 

Wednesday, July 29, 2020

Tuesday, July 28, 2020

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ηχώ της ΄Αρτας



Κατερίνα Καριζώνη.

Κόμης Ιωάννης Δ΄Αναστάσης

Ο ήλιος έκαιγε πάνω απ΄ την Αλεξάνδρεια. Η θάλασσα εξατμιζόταν. Η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει υδρατμούς. Με δυσκολία ανέπνεες τον βαρύ αφρικάνικο αέρα αναμειγμένο με την σκόνη που ερχόταν απ΄ την έρημο. Λίγα σύννεφα αιωρούνταν στο βάθος του ορίζοντα που τον διέσχιζαν τρικάταρτα καράβια και πουλιά. Ωστόσο απ’ το πέλαγος φυσούσε ένας άνεμος ελευθερίας. ΄Ελληνες αιχμάλωτοι κατέβαιναν απ΄τα πλοία του κόμη Δ΄ Αναστάση. Τους είχε εξαγοράσει όλους ο κόμης και τους είχε χαρίσει την ελευθερία τους. Εκείνος καθόταν σε μια φαρδιά ψάθινη πολυθρόνα κάτω από ένα κιόσκι, ενώ δυο Άραβες με κελεμπίες στέκονταν πλάι του κάνοντάς του αέρα με βεντάλιες από φτερά εξωτικών πουλιών. Όμορφος άντρας ο Ιωάννης με γκριζωπά μαλλιά και γένια, γαλάζια μάτια και δέρμα ροδοκόκκινο από τον αδυσώπητο ήλιο της Αφρικής. Φορούσε άσπρο κολλαριστό κοστούμι. Ένα χρυσό ρολόι με αλυσίδα κρεμόταν απ΄ την τσέπη του. Σήκωσε το βλέμμα του στο πλήθος των ταλαιπωρημένων ανθρώπων που αποβιβάζονταν στην προκυμαία. Χίλιες ψυχές που είχε γλιτώσει απ΄ τα χέρια των Τούρκων και θα τους έστελνε πίσω στις πατρίδες τους.΄Εβαζε κι αυτός τον οβολό του στο ταμείο της επανάστασης, βοηθούσε το δοκιμαζόμενο έθνος του. Είχε δώσει μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα, όπλα και πολεμοφόδια στους οπλαρχηγούς, ενίσχυε την Εθνεγερσία με κάθε τρόπο. Αλλά κι εκεί στην παροικία της Αιγύπτου είχε διακριθεί για τις φιλανθρωπίες του. Φρόντιζε για την ανέγερση σχολείων, νοσοκομείων, εκκλησιών, κοινωφελών ιδρυμάτων και είχε πάντα ανοιχτό το σπίτι στους συμπατριώτες του. Μεγαλέμπορος, τραπεζίτης και εφοπλιστής ο κόμης Δ΄ Αναστάσης, κατείχε τα μισά πλοία που μπαινόβγαιναν στον κόλπο της Αλεξάνδρειας. Προμήθευε τον ηγεμόνα της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή με όπλα και πολεμοφόδια από τη Μάλτα, τη Γαλλία και την Ιταλία και αναδείχτηκε πολύ σύντομα σε έναν απ΄ τους πλουσιότερους ανθρώπους και ταγούς της παροικίας.
Μικρό παλικαράκι είχε φύγει απ΄ την πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη για τη Μάλτα, όπου έστησε τις πρώτες επιχειρήσεις του. Ασχολήθηκε με το εμπόριο, αλλά οι καιροί ήταν δίσεκτοι, δεν τα κατάφερε. Η εταιρεία του χρεωκόπησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί και να εγκατασταθεί στην Αίγυπτο. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε εκεί ξόφλησε τους δανειστές του και μάλιστα με τόκο.΄Ετσι απέκτησε τη φήμη αξιοσέβαστου ανθρώπου, κέρδισε την εκτίμηση της ντόπιας αριστορκατίας, αλλά και των δυτικών. Η Γαλλία του χάρισε τον τίτλο του κόμη και η Σουηδία τον διόρισε πρόξενο της στην Αλεξάνδρεια. Όμως και στον πολιτισμό πρωτοστάτησε ο κόμης Δ΄ Αναστάσης. Συνέλεξε Αιγυπτιακούς παπύρους και αρχαιολογικά ευρήματα, χρηματοδότησε ανασκαφές, προώθησε τις έρευνες και ανέδειξε την επιστήμη της αιγυπτιολογίας.

Σήκωσε λοιπόν, το βλέμμα του ο κραταιός και δαιμόνιος Ιωάννης στο πλήθος των συμπατριωτών του που τον χαιρετούσαν με ευγνωμοσύνη περνώντας συντεταγμένα από μπροστά του. Ένας ΄Ελληνας ναύτης σ΄ ένα τραπεζάκι τους κατέγραφε και τους χώριζε σε ομάδες. Οι περισσότεροι ήταν από το Μωριά, αγωνιστές που αιχμαλωτίστηκαν σε μάχες με τους Τούρκους. Κάποιοι λαβωμένοι, άλλοι εξαντλημένοι από τις κακουχίες, όλοι κακοποιημένοι και ρακένδυτοι. Ξαφνικά το βλέμμα του κόμη καρφώθηκε σε μια κοπέλα.΄Ηταν πανέμορφη, με μακριά μαύρα μαλλιά, καστανοπράσινα μάτια και καλλίγραμμο σώμα. Τα χαρακτηριστικά της του θύμισαν αρχαία Ελληνίδα. Την ξανακοίταξε σαστισμένος. Δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια ομορφιά. Γοητεύτηκε. Η καρδιά του χτύπησε παράξενα. Της έγνεψε να πλησιάσει. ΄Ηταν ξυπόλητη και φορούσε ένα φθαρμένο μαύρο φόρεμα. Φαινόταν αδύναμη και πολύ συνεσταλμένη.
-Πώς σε λένε; Τη ρώτησε χαμογελώντας.
-Περσεφόνη, απάντησε εκείνη.
Εύστοχο όνομα, αναλογίστηκε. Από ποιο σκοτάδι έρχεσαι άραγε καημένο πλάσμα, από ποιο ζοφερό κόσμο αναδύεσαι, έκανε μέσα του.
-Πόσων χρονών είσαι; της έριξε μια συμπονετική ματιά.
-Δεκάξη.
-Κι από πού κρατάει η σκούφια σου;
-Απ’ το Μανιάκι.
-Θέλεις να μείνεις εδώ στην Αλεξάνδρεια;

Το κορίτσι τα έχασε. Σήκωσε αμήχανο τους ώμους του. Δεν είχε κανέναν στο χωριό της. Οι δικοί της είχαν σκοτωθεί. Το σπίτι της το είχαν κάψει οι Τούρκοι. Δεν είχε κανένα μέλλον εκεί. ΄Ισως εδώ τα πράγματα να ήταν πιο ευνοϊκά. Της άρεσε άλλωστε η Αλεξάνδρεια όταν την πρωτοαντίκρυσε, την θάμπωσαν η πολυπληθής παραλία της, τα κοκκινωπά της κτίρια, οι μελαμψοί της άνθρωποι, αλλά το κυριότερο συμπάθησε τον κόμη με την πρώτη ματιά. Είχε ευγενική φυσιογνωμία που απέπνεε καλοσύνη και οικειότητα. ΄Ενιωσε κοντά του μια αόριστη ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, μια σιωπηλή υπόσχεση για κάποια εστία.

-Θέλεις; Ξανάπε ο Ιωάννης.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Ο κόμης φώναξε αμέσως ένα ντόπιο υπηρέτη σε μια γλώσσα που η κοπέλα δεν κατάλαβε καθόλου. Κάτι του είπε κι ύστερα στράφηκε σ΄ αυτήν.
-Θα σε πάει στο σπίτι μου, της εξήγησε. Θα μείνεις εκεί προσωρινά μέχρι να αποφασίσεις τί θα κάνεις. Σύμφωνοι;
Τα μάτια της Περσεφόνης άστραψαν από χαρά. Γονάτισε και του φίλησε το χέρι. Η τύχη της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Απ΄ το φτωχό και ερημωμένο χωριό της, βρισκόταν ξαφνικά σε μια φιλόξενη πόλη και σ΄ ένα πλούσιο σπιτικό. Κι όχι πως ο κόμης την ήθελε για γυναίκα του, είχαν άλλωστε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Του άρεσε όμως η ιδέα να την κάνει κόρη του, γιατί μια τέτοια ωραία θυγατέρα επιθυμούσε, που όμως δεν απέκτησε ποτέ. ΄Ετσι το μοιραίο εκείνο πρωινό του Ιουνίου, κάτω απ΄ τον καυτό ήλιο της Αιγύπτου, καθώς η Ιστορία στροβίλιζε γεγονότα και ψυχές, η νεαρή γυναίκα ως άλλη Περσεφόνη ανέβηκε στην πολυτελή άμαξα του κόμη με έναν μελαχρινό υπηρέτη, ένα μαύρο αμαξά και τέσσερα άσπρα άλογα και βγήκε στο φως. Ο Ιωάννης την υιοθέτησε αμέσως με επίσημα χαρτιά, την έστειλε στα καλύτερα σχολεία και την έβαλε στα αριστοκρατικά σαλόνια της Αλεξάνδρειας. Η όμορφη Ελληνίδα είχε πράγματι κάτι απ’ την Περσεφόνη. Η μισή της ζωή είχε κυλήσει στις κακουχίες, στη φτώχεια και στον πόλεμο, αλλά η καινούργια της ζωή έμοιαζε με παραμύθι.

Ζούσε σ΄ ένα αρχοντικό με υπηρέτες, κυκλοφορούσε με τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αλεξάνδρειας και είχε όλο τον κόσμο στα πόδια της. Ο κόμης δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι, της φερόταν σαν στοργικός πατέρας, παρόλο που έλειπε πάντα για δουλειές. Πολυάσχολος και πολυσχιδής, καταπιανόταν με πολλά πράγματα. Είχε εκλεγεί στο διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής κοινότητας μαζί με τους Στέφανο Ζιζίνια και Μιχαήλ Τοσίτσα, άλλους δυο μεγαλοαστούς της Αλεξάνδρειας και ασχολιόταν με τα θρησκευτικά και κοινωνικά προβλήματα των Ελλήνων της Αιγύπτου. Στο περιθώριο των εργασιών του ξέκλεβε χρόνο για να μελετήσει τους παπύρους του, οργάνωνε ανασκαφές στην έρημο, κατέβαινε ως τη Νότια Αίγυπτο γυρεύοντας ίχνη παλιών πολιτισμών. Έλειπε κάθε τόσο σε ταξίδια και διπλωματικές αποστολές. Παράξενος άνθρωπος ο Ιωάννης, απλός και προσηνής με όλους, έμοιαζε να κρύβει μέσα του ένα έρημο νησί, όπου ζούσε μόνος του, ένα μικρό πλανήτη που δεν τον έφτανε ποτέ κανείς. Κανείς εκτός από τη θετή του θυγατέρα.
Γιατί είχαν και οι δυο κάτι κοινό. Φύλαγαν μέσα τους με πόνο την μακρινή πατρίδα τους. Κι ίσως αυτό τους ένωνε περισσότερο. Καμιά φορά ο Ιωάννης της μιλούσε για τη Θεσσαλονίκη, τη βόρεια πολιτεία δίπλα στη θάλασσα, όπου είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και έμοιαζε τόσο πολύ στην Αλεξάνδρεια και εκείνη του εξιστορούσε τη ζωή στο Μωριά, τον υπερήφανο τόπο με τους εξεγερμένους κατοίκους του. Αλλά κυρίως του μιλούσε για το Μανιάκι, την ιδιαίτερη πατρίδα της, όπου γράφτηκε η πιο μελανή σελίδα για το Γένος τους. Εκεί συγκρούστηκε ο Παπαφλέσσας με το Τουρκοαιγυπτιακό στρατό και έπεσε ως άλλος Λεωνίδας σε μια άνιση αναμέτρηση. Μόνος και αβοήθητος με 600 περίπου ΄Ελληνες στρατιώτες ενάντια σε στίφη μουσουλμάνων, καθώς η βοήθεια που περίμενε δεν έφτασε ποτέ. Οι ΄Ελληνες σφαγιάστηκαν εκείνη τη μέρα μέχρι ενός. Ωστόσο ο Ιμπραήμ πασάς έστησε το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα σε μια βελανιδιά και το φίλησε, σε ένδειξη τιμής για την ανδρεία του αντιπάλου του. Στη συνέχεια έκαψε το Μανιάκι κι αιχμαλώτισε τους άμαχους κατοίκους του, ανάμεσά τους και την Περσεφόνη. Η δύστυχη κοπέλα βρέθηκε ξαφνικά μαζί με πλήθη σκλαβωμένων μέσα σε δύσοσμα και σκοτεινά αμπάρια καραβιών που ταξίδευαν προς άγνωστη κατεύθυνση με σκοπό να πουληθεί , ώσπου κατέληξε στην Αλεξάνδρεια. Και καθώς τα διηγότανε όλα αυτά άνοιγαν μέσα της παλιές πληγές, τα μάτια της σκοτείνιαζαν και γέμιζαν δάκρυα. Τότε ο κόμης την αγκάλιαζε στοργικά και της έλεγε:

-Ο Θεός έχει βάλει την υπογραφή του για να ελευθερωθεί η Ελλάδα και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του*, Περσεφόνη. Θα δεις, όλα θα αλλάξουν μια μέρα για το Έθνος μας. Κι όλα όσα έχεις περάσει γρήγορα θα ξεχαστούν.
Πράγματι ο Θεός δεν πήρε πίσω την υπογραφή του και το όνειρο για μια ελεύθερη πατρίδα πραγματοποιήθηκε, αν και χάθηκαν στον Αγώνα 800.000 ψυχές. Η Ελλάδα αποτίναξε τον Οθωμανικό ζυγό, απέκτησε την ανεξαρτησία της και βρήκε άξιο κυβερνήτη στο πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος μέχρι τη δολοφονία του, οργάνωσε το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος και το έκανε αξιόπιστο στους δυτικούς συμμάχους του.

Τα παραμύθια έχουν συνήθως ευτυχισμένο τέλος.΄Ετσι και το παραμύθι της φτωχής, αλλά ωραίας Περσεφόνης είχε ευχάριστη κατάληξη. Ο κόμης την πάντρεψε με τον πρόξενο της Γαλλίας Μπενεντέτι και την προίκισε με τεράστια περιουσία. Κι ο Μπενεντέτι πήρε την καλλονή γυναίκα του κι εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία. Μετά από χρόνια εγκαταστάθηκε μαζί τους και ο Ιωάννης Δ΄ Αναστάσης κι έζησε εκεί στη μακρινή Εσπερία ως το τέλος του. Όμως το παραμύθι της Ελληνικής Επανάστασης δεν τέλειωσε τόσο απλά. ΄Εκρυβε μέσα του χιλιάδες δράκους που κάθε τόσο ζωντάνευαν και τρώγαν τα παιδιά της, χιλιάδες δράκους που σέρνονταν στις σκιές της Ιστορίας και κάποιοι απ΄ αυτούς κατάφεραν να φτάσουν ως τις μέρες μας.
*Περίφημη φράση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Κατερίνα Καριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ.΄Εγραψε ποίηση, παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα και ιστορικές μελέτες, συνολικά 30 βιβλία. Μερικά από τα παιδικά βιβλία της είναι «Το ταξίδι των παραμυθιών», «Μια φορά κι έναν καιρό σ΄ ένα ξέφωτο του δάσους, «Το μυστικό των βιβλίων». Απ’ τα ποιητικά βιβλία της: «Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων», «Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», «Ρεσάλτο», «Σκοτεινός χρόνος». Έχει εκδώσει επίσης μυθιστορήματα «Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος», «Βαλς στην Ομίχλη», «Τσάι με τον Καβάφη», «Το Λυκόφως του Αιγαίου» κ.α . Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Κύκλου ποιητών.


Monday, July 6, 2020


Χαλκιδική

Τα μεσημέρια σε τρελαίνουν
                          τα τζιτζίκια της Χαλκιδικής                    
στις γερμένες γρίλιες των σπιτιών
σέρνεται βιαστικά μια βασίλισσα-σαύρα
φλεγόμενοι στρατοί διασχίζουν τον ουρανό
πυρπολούν τις κοιλάδες του κορμιού
βάζουν φωτιά στα τριαντάφυλλα, στις μπουκαμβίλιες
απ΄ την αρχαία στάμνα του καλοκαιριού
χύνεται η θάλασσα μαζί με τα καράβια της
ένα παντζούρι ανοίγει κάπου στον ορίζοντα
υψώνεται ένα άσπρο χέρι με δοξάρι
διευθύνει μυστικά τη συναυλία των τζιτζικιών
που κάτι θέλουν να αναγγείλουν μέσα στο λιοπύρι
κάτι σημαντικό, ωστόσο ακατανόητο
ίσκιοι νεκρών θροίζουν μες στις φυλλωσιές
μπλέκουνε στους ιστούς της αράχνης
σκαλώνουν στις πευκοβελόνες
ασήμι στάζει τις νύχτες απ΄το στόμιο του φεγγαριού
από κάποιο ουράνιο εκμαγείο
πέφτει πότε- πότε στο πέλαγος ένα άγαλμα
και κολυμπάει προς την παραλία.


Saturday, June 20, 2020